Πέμπτη, 27 Μαΐου 2010

Χρυσοί δείκτες

...και το Δημήτρης από λυτό σύρμα σγουριασμένο στις τελευταίες βόλτες,

έγλυφαν νερό από τον κουβά,

ανατινάζονταν σε γαλάζια και κόκκινα γράμματα

"Θερμοσίφωνες Soulis"

Ο σκύλος χωρίστικε στα τρία.

Μη φεύγεις!

Εγω έκανα ότι μπορούσα για να φτιάξουμε, να κάτσουμε εδω κι εσείς φεύγετε;

Κοίτα μια Άνοιξη γαμώ το κέρατό μου.

Σού 'πλυνα το αυτοκίνητο και καφέ-καφέ-καφέ.

Κάτσε.

Θα πετάω πέτρες! Που;

θα φαίνομαι να ζω αλλά θα είμαι βαθιά βουτηγμένος μέσα στο λαγούμι

νάμπερ ουάν θάουζαντ φορ γκετ σαμ χελπ αϊ λαβ γιου.

Που είναι η ξυνή λεμονιά με τα παράξενα ξυνά λεμόνια;

Μη φεύγεις!


Τετάρτη, 10 Φεβρουαρίου 2010

Και τα δικά σου ποίματα

Πόσο λάθος γραμμή πήγε η ποίηση. Τα εσώρουχα όλα λάθος.

Λάθος σειρές μανταλάκια και χελιδόνια.

'Ολη η μπουγάδα στραβά.

Γιατί φαγώθηκες να γράψεις, γιατί αυτό το μικρό κούνημα της βάρκας

τα έκανε όλα λίγο θολά, ανακατευτικά, ποίηση.

Ζαλίζομαι έπρεπε να λες και όχι να γράφεις ένα σωρό μαλακίες.

Αλλά ρε "Μανταλένα" άστο να πάει στα κομμάτια.

Βάλε τα χέρια στην τσέπη και κατέβασε αυτά τα θυμωμένα μούτρα που λένε

κρύο-κρύο-κρύο.

Ρίξε τι ρίχνουνε εκει για να μη χαθείς όταν θα γυρίζεις και πήγαινε

στον μανάβη, στον μπακάλη, στον ψιλικατζή.

Στον τσαγκάρη.

Πρώτα ο Θεός, εκεί όπως θα μετράς το πεζοδρόμιο

χαραμένο στην κάθε του λεπτομέρεια μέσα στη χούφτα σου,

εκεί που θα ακουμπάς το δείκτη σου σε κάθε στρογγυλό ρέστο,

θα τα βρεις.

Και τα δικά σου ποίματα.


Σάββατο, 12 Σεπτεμβρίου 2009

Το ψυγείον εργάζεται

w%20march_%20pastel.jpg

Τη στιγμή που πέθανε είδε, αυτό που λένε, τη ζωή της να περνάει μπρος από τα μάτια της.

Μέσα σ' αυτά τα δέκατα του δευτερολέπτου είδε για παράδειγμα πως χάθηκαν, ένα ένα πέντε από τα κουταλάκια του γλυκού, πέντε από τα δώδεκα του αγαπημένου σετ.

Κι εκείνο το αγαπημένο βραχιολάκι που τόχε ξεχάσει, είδε ποιος το βρήκε και τι απόγινε.

Τρομερό πράγμα.

Είδε το ζευγάρι με τα χίλια κοτσύφια να οργώνουν μια μαμά βασιλόπιτα για το φλουρί.

Σπέσιαλ τέλος, της έμεινε και λίγος χρόνος για να θυμηθεί μερικούς φίλους και κάποιες εικόνες που δεν θα ξανάβλεπε ποτέ.


Παρασκευή, 3 Ιουλίου 2009

Χι (Ο Χι δεν έχει)

Ό Χι δεν έχει.

Κάθε πρωί βγαίει να μου φέρει μαλλιά και σίδερα

ξαναβαμμένα, σκουριασμένα, ίσα, στραβά,

τέσσερα σύκα, ένα πεπονάκι ήλιο,

σκύλο, χιόνι.

Ο Χι δεν έχει.

Τον ακούω να ψιθυρίζει,

ανεβαίνει στην κίτρινη τσουλήθρα ανάποδα,

να στέκεται στην κορυφή και χαχανίζει

σα βι ετς ές κλά μα τα.

Να φυσάει τη χούφτα του να ζεσταθεί

μα έχει ράμφος γαμψόρ.

Ο Χι δεν έχει.

Ψαρεύει πο όνειρα και φηλά στάχυα αλλωνώ.

Κάθε φορά βγαίει να μου φέρει δωδεκάχρονα σκοτάδια

μ ένα καινούργιο κόλπο πάνω στη ράμπα.

Σχηματίζει ύαινες,

Πεινασμένα λόγια γύρω από τα πεταμένα λόγια μου

και φυσάει τη χούφτα του να ζεσταθεί

μα έχει ράμφος γαμψόρ.

Ο Χι δεν έχει.

Μοιάζει σα παιδάκι που χέζει,

γιατί δε τον βαστάνε τα πόδια του.

Χωρίζει αυτοκινητάκια του μυαλού του στα δύο

και παίζει αφηρημένος με το διπλανό μανίκι,

με την αλογοουρά της μπροστινής,

τα καθαρά χιλιοστά μιας βρώμικης ζωής

μα έχει ράμφος γαμψόρ.


Παρασκευή, 22 Μαΐου 2009

Οι καραμούζες της βροχής

Ένα απολίθωμα γεράνι, ένα σπυρί σαλιγκαράκι,

δίχτυ πλακάκι, ο Προμηθέας σιντριβάνι, το μανταλάκι

μαύρο και σάπιο μες το νερό έχει πεθάνει,

και κάποιο σύρμα σα στεφάνι,

ψυχής δεκαεννέα τετραγωνικά

και γύρισμα σοβατεπί στα χιαστί τοιχία,

Παρασκευές και Σάββατα.

Δηλαδή πεύικα  καλλιγραφικά,

με τσίγκινα χωματατουργικά ΙΝΒΙ

κι ένα τηλέφωνο μεσιτικό ανύπαρκτον,

το παίρνω,

σαράντα πέντε χρόνια,

βουητό και παραλίγο τίποτα.

Όμως σταφύλι όνειρο,

με γινωμένα τρία πλούσια τσαμπιά

μια λάμπα κατοστάρα μπαγιονέτ,

δυο σκελετούς τρομακτικούς αηδία,

ο ένας,

αστιγματισμού,

μισό κι ενάμισο.


Τρίτη, 5 Μαΐου 2009

Χάλια δωμάτιο (Ελ ρέστε)

Σε μια αγία ξαπλωμένη από το λαιμό και κάτω,

καμιά ώρα,

μ ένα πύργο κιθάρα κατεστραμμένο από ασήμαντους σεισμούς,

ποτάμια χλιαρής λάβας και φωτοστέφανο,

μια φωτό μ ένα μαλάκα Στέφανο.

Σ ένα παράθυρο για να πετάει από τα τσαλακωμένα,

ένα πακέτο,

μαργαρίτα μέσα σε άλλες χιλιάδες κίτρινες,

μισή γόμα για το μολύβι, μισή για το στυλό

και γομίδια από φίλους κι αρχίδια.

Στον σάκο μου.

Σε κάτι για τα γέλια!

Φιλιά τσουλήθρες από φιδάκι σε φιδάκι και κει τέρμα κάτω,

στο χάλια ένα,

δροσό ατελείωτο, καρέ θαλασσάρες, βιβλία και κάλτσες.

Σε μια ήρεμη στάση ανάληψινς εις τους ουρανούς

για κλωτσιές ...

Κι ένα βαρύ χοντρό και μαύρο πλαστικό τύπου δερματόδετο

τα απομνημονεύματα του Μακρυγιάννη,

για παράδειγμα,

τούρτα ολέ!


Σάββατο, 14 Μαρτίου 2009

Λόγω Χρήσης

σάρωση0001aaa.jpg

Γέρασε, αλλά μόνον

το πάνω μέρος του δεξί αντίχειρα

που τρέμει λιγότερο και μαζεύει τα τρυφερά δάκρυα,

χρόνια πριν πέσουν,

χρόνια πριν πέσουν.

Επεσε, αλλά μόνον

το μολυβάκι σου και η γόμα

το τετράδιο της Ορθογραφίας ανοιχτό,

προσκλήσεις για πάρτυ,

προσκλήσεις για πάρτυ.

Χόρεψε, αλλά μόνον

ένα χορό που ανέστησε σέκοντς

για τα οποία,

γεννήθηκε, έζησε και υπήρξε.

Τι τέλεια πρόσωπα.

Αμίλητος, άφαντος, μπορώ να σας κοιτάζω για πάντα

σαν αχνές γαλάζιες γραμμές βροχής

που τρίβονται γύρω από το λαιμό σου σα δάκρυα.


Δευτέρα, 8 Δεκεμβρίου 2008

Αλέξης Γρηγορόπουλος

Θέλω να μην πω τίποτα.

Δεν είναι δικός μου αυτός ο άγγελος κι αλλού θα πάει κι αμέσως καινούργιες παρέες θα κάνει με γέλια τρανταχτά,

που δεν θ' ακούω.

Κι εκείνο το αστείο και το άλλο με τα πρώτα χέρια στις πρώτες τσέπες,

κι άλλος χειμώνας θάναι εκεί.

Κι αλλού πάνε τα όρνεα μεταξύ τους γιατί δε βρίσκουν το πόνο φαί.

Αλλά αλλού.

Είναι μονάχα λίγο, ένα λεπτό, το ξάφνιασμα,

ένας απόηχος από ένα δυο κλάματα ξεχωριστά στα σύρματα του τέλους

και μια υπόσχεση αρχή για καραούλι

παράλληλη με την ανέμελη συνέχεια όλων τελικά.

Τώρα μιλάει μ' άλλους δυο, τρεις τώρα.

Ισως και να τους εξηγεί τι παίχτηκε μ' εκείνο τον τρόπο πού έχουν τα παιδιά

να περιγράφουνε τη φάση,

με μια δόση υπερβολής που τόσο απ' τη ζωή μας λείπει.

Χάνονταν σιγά σιγά εκεί.

Κι εδω.


Δευτέρα, 1 Δεκεμβρίου 2008

Εκει που κοιτάς

σάρωση0001.jpg

Φυσάει κουρέας βοριάς.

Η δροσιά χωρίζει σε μικρές και μεγάλες χρήσιμες αγκαλιές,

διπλές, τριπλές από τους καθρέφτες

στρώνεται απαλιά λευκή και το ψαλίδι,

κόβει φύλλα.

Οχτώμισο χρονών ο Χειμώνας, δέκα χρονών το Φθινόπωρο,

δεκαοχτώμισο επί δύο τριάντα επτά συν άλλα δέκα πες,

στρώνεται απαλιά λευκή και το ψαλίδι,

σαράντα εφτά.

Φυσάει κουρέας βοριάς.

Καμιά μουτζούρα σύννεφο.

Κανένα πεύκο καλιγραφικό.

Τίποτα από φύλλα παιδιά στην άδεια αυλή

σ' ένα μυαλό χαραγμένο μισές ξεθωριασμένες γραμμές του μπάσκετ,

στρώνεται απαλιά λευκή και το ψαλίδι,

κι άλλα φύλλα.

Κι ήταν όλα εκει.

Ενας ζωντανός κι ένας πεθαμένος που ξανασμίγανε με ακρίβεια.

Ταξίδι κι οι δυο.

Ο ένας από δε ξέρω που ο άλλος από δεν ξέρω που.

Φυσάει κουρέας βοριάς.

Η μικρή σκουριά πετάει από τη χαρά της.

Κι ας στέκει αγαλματάκι αμίλητο κι ακούνητο.

Είναι έτοιμη!


Τετάρτη, 22 Οκτωβρίου 2008

Στενόμακρο πάρτυ

Αλλ' αν δεν έζησα

κι απ' το μικρό μπαλκόνι σου

σα το σκυλί νιαούριζα,

έδωσα μάχη και πολέμησα

με κάθε κάθετο στρατζαριστό σου κάγκελο

που γνώρισα προσωπικά.

Κι η κουπαστή

έχει σημάδια από τα δόντια μου

κι απ' το στηθαίο

λείπουνε κομμάτια μάρμαρο

που με τα πόδια μου ξεκόλλησα

κι έστειλα έναν Χριστιανό,

πραγματικό κοπρίτη,

τύρρανο, στο ΚΑΤ.

Αλλ' αν δεν έζησα

τον τσάκισα τον πούστη

κι έναν ρουφιάνο άχ,

παραλίγο.